Τα τέσσερα δώρα

1.

Είχα αφήσει πίσω μου προ πολλού το σημείο στο οποίο θα μπορούσα να έχω την δυνατότητα ν’ αποτιμήσω αντικειμενικά τα στοιχεία που θα μου δίνανε ένα πόρισμα για το πόσο όμορφη ήταν.

Όταν τα μάτια μου πέφτανε πάνω της, η συνείδησή μου, η μνήμη μου, η σκέψη μου, παύανε.

Ήταν μια ακτινοβολία που εξέπεμπε στο περιβάλλον κι εγώ ήθελα διψασμένα ν’ απορροφήσω ή μια βαρύτητα που δεν μ’ άφηνε να ξεφύγω; Δεν ξέρω, αλλά από εκείνο το σημείο πάλευα να μην προδοθώ, μετρώντας δευτερόλεπτα χρόνου που μπορώ να κρατήσω το βλέμμα μου πάνω της, περιμένοντας να μιλήσει για να είμαι δικαιολογημένος να την κοιτάξω ξανά.

Οπότε ναι, δεν ξέρω πόσο όμορφη είναι.

2.

Το μόνο που ξέρω είναι πως με έλκει αυτή η έκπληξη. Η έκπληξη του να είμαι στον ίδιο χώρο μαζί σου

Το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω, θέλω αυτό που εκπέμπεις
Κι ας μην ξέρω τι θα γίνει μετά
Και δεν θέλω να ξέρω τι θα γίνει μετά

Το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω με οποιονδήποτε τρόπο να περάσω χρόνο εκεί που είσαι. Θέλω να σε κοιτάω. Δεν το χορταίνω. Θέλω να παρατηρώ κάθε τι που κάνεις, κάθε τι που είσαι

Θέλω απλά να κάθομαι και να ποτίζομαι στα χρώματά σου
Κι ας μην ξέρω τι είναι
Και δεν θέλω να ξέρω τι είναι.

3.

Πράγματα που θέλω να κάνω μαζί σου:

να σου εμπιστευτώ όλα τα μυστικά μου
να καθίσω δίπλα σου καθώς είσαι μελαγχολική
να καταλάβω τα πάντα για σένα
να σε φιλήσω δυνατά στο μάγουλο καθώς γελάς
να σε φιλήσω απαλά στο μάγουλο καθώς δακρύζεις
ν’ αναρωτηθώ μέσα στην ημέρα τι κάνεις εκείνη την στιγμή
να γράψω ένα ποίημα για σένα
να σε παρατηρήσω καθώς περιεργάζεσαι για πρώτη φορά κάτι καινούριο
να σε κοιτάξω, όταν δεν ξέρεις πως σε κοιτάω, και να δω πως νιώθεις απέναντι στο κάθε τι
να σου απαγγείλω ένα ποίημα
ν’ ακούσω την φωνή σου τυχαία στο δρόμο
να βγω ένα ραντεβού μαζί σου στο οποίο δεν θα ειπωθεί ούτε μια λέξη
να σου αγγίξω το χέρι καθώς έχεις την προσοχή σου στραμμένη αλλού
να σου εξηγήσω κάτι περίπλοκο και να το δω στο πρόσωπό σου καθώς ξεκινάς ν’ αντιλαμβάνεσαι
να σε σκεπάσω στο κρεβάτι και να σε τυλίξω σαν ντολμαδάκι
να σε προκαλέσω να παλέψουμε για να μου τσαμπουκαλευτείς και μετά να σου παραδοθώ και να με νικήσεις
να σε αγκαλιάσω και να σε νιώσω να γίνεσαι κομμάτι μου
να ξαπλώσω μαζί σου, το βράδυ, στην άκρη της πόλης και να μου πεις ξανά τι ονειρευόσουν να γίνεις μικρή όταν μεγαλώσεις
να μείνουμε όλο το βράδυ ξύπνιοι και να δούμε το ξεκίνημα της καινούριας μέρας μαζί
να στήσω μαζί σου αυτοσχέδια θεατρικά και χορευτικά στο δρόμο
να σε κοιτάξω μέχρι να πάρεις το βλέμμα σου από πάνω μου αμήχανα, και μετά να το ξαναφέρεις και να το κρατήσεις
να διαβάσω τις βαθύτερες λέξεις σου
να πλησιάσω στ’ αυτί σου και να σου ψιθυρίσω τ’ όνομά σου μ’ όλους τους διαφορετικούς τρόπους
να επιστρέψω σπίτι και να σε βρω εκεί
να ζωγραφίσω έναν τεράστιο πίνακα μαζί σου· δίχως πλάνο και προορισμό

4.

Καθώς το φως έσβηνε, ο ήχος της θάλασσας κυριαρχούσε σαν μόνος κάτοικος μέσα μου. Ήμασταν μόνοι στην παραλία. Ο επόμενος άνθρωπος απείχε τόσο, όσο το σήμερα με το αύριο.

Δίχως προειδοποίηση, όρμησε και με άρπαξε με τα μικρά της χεράκια –που όμως ήταν τόσο δυνατά– και με κράταγε σφιχτά.

Ο ήλιος είχε εξαφανιστεί στη θάλασσα κι έμενε το σβησμένο πορτοκαλί λίγο πριν το μπλε.

Έβαλα τα χέρια μου γύρω της απαλά, και της χάϊδεψα το κεφάλι, προσπαθώντας να την καθησυχάσω.

Την άκουσα να ρουφάει την μύτη της κι εκεί κατάλαβα τι συνέβαινε εκείνη την στιγμή. Με συναντούσε.

Αυτό με ξάφνιασε κι η πρώτη μου αντίδραση ήταν να κρατηθώ σ’ απόσταση και να το χειριστώ αποστασιοποιημένα. Αλλά αποφάσισα να δεχτώ την πρόσκλησή της. Να δω που πάει.

Και τότε η εικόνα του εαυτού μου, όπως πορεύομαι στην καθημερινότητά μου, μου ήρθε στο μυαλό, σαν ένας ξέχωρος άνθρωπος από μένα. Και είδα γι άλλη μια φορά τον φόβο μου, τον οποίο αρνούμαι συνέχεια για να μπορώ να περπατώ εκεί έξω. Και το ένοιωσα στο λαιμό μου, τον πόνο και το πνίξιμο που πάντοτε νοιώθω όταν προσπαθώ να ελέγξω τι αισθάνομαι.

Αλλά το γράπωμά της πάνω μου ήταν πιο δυνατό από το δικό μου γράπωμα πάνω στον φόβο, και δεν σκόπευε να μ’ αφήσει. Και έτσι αισθάνθηκα αδύναμος. Αδύναμος να συνεχίσω να είμαι δυνατός. Αδύναμος αρκετά ώστε να μπορέσω να στηριχτώ πάνω στην δύναμη της σιγουριάς της. Μια σιγουριά που μου έλεγε σε βρήκα. Γιατί αν με βρήκε εκείνη, και δεν σκοπεύει να φύγει, τότε είμαι εδώ, και το ταξίδι μου έχει τελειώσει.

Ένα αγκάθι σηκώθηκε κι αισθάνθηκα την τρύπα που άφησε πίσω. Δεν ξέρω τι έγινε ακριβώς μετά, άφησα τον εαυτό μου. Όταν ξαναήρθα πίσω τα χέρια μου ήταν μουδιασμένα κι αισθανόμουν κουρασμένος σαν να ’πεσε ένας τόνος από πάνω μου.

Στεκόμουν ακόμα εκεί, στην γλυκιά ανάσα των δένδρων, μέσα στα χέρια της που με ζουλάγανε ακόμα και επικοινωνούσαν το πιο δυνατό μήνυμα: την επιθυμία της να βρίσκεται εδώ, μαζί μου, ως μια παρουσία ζεστή, παρούσα, δυνατή. Την μόνη υπόσχεση που χρειαζόμουν.

Κοιτάζοντας κάτω, είδα τα μαλλιά της και το κούτελό της, και πιο κάτω τα μάγουλά της κόκκινα, φουσκωμένα, και υγρά. Είναι πραγματική. Πέρα από κάθε αμφιβολία. Και είναι εδώ. Και ακολούθησε την δική της πορεία σ’ αυτό που έγινε.

Κοίταξα πέρα, και το πορτοκαλί είχε εξαφανιστεί. Τράβηξα μια ανάσα απ’ ό,τι υπήρχε γύρω μας. Ένοιωσα πως ήμασταν δύο παιδιά σε μια παραλία, στο σούρουπο, που είχανε βρει το ένα το άλλο. Δεν ξέρω αν είναι έτσι ο έρωτας ή αν είναι κάτι που απλά μας συμβαίνει. Αλλά δεν μ’ ένοιαζε.

Back to the starting page