Η επιστροφή

Τ’ απομεσήμερο του Ιουνίου είχε βρει τον γέρο Μάρκο να ξεχορταριάζει τον κήπο του. Συνήθως γλαρώνει το μεσημέρι αλλά σήμερα δεν είχε νύστα και δεν ήθελε να κάτσει στην τηλεόραση.

Τα τελευταία χρόνια ζούσε μόνος του σε ένα σπίτι, ψηλά, στις πρόποδες ενός λόφου, που εκείνος [όμως] απολάμβανε να αποκαλεί βουνό. Είχε γείτονες αλλά δεν τους μιλούσε πια. Είχανε μαλώσει πριν χρόνια, και το προτιμούσε έτσι. Τι να πεις άλλωστε με τους τρελούς που έχω μπλέξει.

Οικογένεια είχε αλλά σαν οικογένεια υπολόγιζε μόνο τους κοντινούς του συγγενείς, δηλαδή τα παιδιά του και τα εγγόνια του, οι οποίοι φαίνεται πως είχανε ακολουθήσει πλέον τον δρόμο τους και δεν τον χρειάζονταν άλλο. Τώρα έχουνε την δική τους ζωή λένε, και δεν με χρειάζονται για τέτοια πράγματα πια, αλλά ήτανε χάρη σ’ εμένα που φτάσανε μέχρι εδώ, σκέφτικε κοιτάζοντας το περιθώριο του κήπου που είχε χτίσει με τα χέρια του. Όπως και όλα γύρω του ήτανε χτισμένα με τα χέρια του. Είχε βάλει μόνος του τα τούβλα, είχε ρίξει μόνος του τα μπετά, και είχε φυτέψει μόνος του τα λουλούδια του.

Και τώρα μόνος του ξερίζωνε τα ζιζάνια του που κόντευαν να πνίξουν τις γαρδένιες και τα γεράνια. Παραδεχόταν πως είχε αφήσει παρατημένο τον κήπο εδώ και καιρό, αλλά και σαν να παραπονιόταν ταυτόχρονα που δεν μπορούνε μόνα τους τα γεράνια να τακτοποιήσουν τα ζιζάνια. Κάπως να βρούνε τον δρόμο (τρόπο) τους δίχως την δική του παρέμβαση.

Τον ατελείωτο ειρμό της σκέψης του διέκοψαν βήματα πάνω στην τσιμεντένια σκάλα έξω από το σπίτι του. Βήματα στητά και σταθερά, που για λίγο νόμιζε οτι είχε έρθει να τον θυμηθεί κάποιο παιδί ή εγγόνι του, και έκανε κι ’αυτός δύο βήματα προς την καγκελόπορτα για να δει.

Αντίκρισε έναν νέο, πιο νέο από τα εγγόνια του, και αμέσως παρατήρησε το θεληματικό του πηγούνι, που αν και είχε και ο ίδιος μικρός, δεν κατάφερε να κληρονομήσει στους επόμενους.

Ο γέρο Μάρκος παρέμεινε ακίνητος κι’ αμίλητος, μα κι’ ίσως να ανοιγοκλείσε τα μάτια του.

«Γεια χαρά» είπε ο νέος.

«Γεια» είπε με μια μικρή καχυποψία ο γέρο Μάρκος.

«Είσαι ο Μάρκος»;

«Ναι».

«Σε έψαχνα κι επροχτές».

Ο Μάρκος μόλις θυμήθηκε πως του είχε πει ο ταβερνιάρης πιο χαμηλότερα στον λόφο πως ένα παιδί τον ζητούσε αλλά δεν έδωσε σημασία.

«Τι με θέλεις;»

«Μένω πιο κάτω» είπε, δείχνοντας (προς) τα προάστια πριν από το λόφο, και συνέχισε- «Εκεί γύρω, στην γειτονιά που δουλεύω, ακόμα λένε για το πόσο ηθικός ήσουν όταν είχες το μαγαζί σου. Ήρθα να σε βρω και να σου ζητήσω να με βοηθήσεις».

Ο γέρο Μάρκος νόμιζε πως κατάλαβε τι ήτανε αυτό που ήθελε ο νέος, και παίρνοντας απογοητευμένο ύφος του είπε, «Παιδί μου εγώ δεν έχω δουλεία να σου δώσω».

«Δεν σου ζητάω δουλειά. Δουλειά έχω. Εδώ και 5 χρόνια δουλεύω».

Ο νέος δεν φαινότανε πάνω από είκοσι στα μάτια του γέρο Μάρκου.

«Πόσο χρόνων είσαι»;

«Δεκαεφτά».

«Και δουλεύεις από τα δώδεκα;!» είπε με έκπληξη.

«Ναι. Ο πατέρας μου έφυγε στο εξωτερικό και έπρεπε εγώ να δουλέψω για να τα βγάλουμε πέρα. Και τα βγάζουμε. Εγώ, η μάνα μου, και οι δύο μου αδερφές. Αλλά έλαβα γράμμα από τον πατέρα μου πως έρχεται».

Ο νέος κόμπιασε λίγο, κατάπιε με δυσκολία, και συνέχισε.

«Την τελευταία φορά που τον είδα ήμουν παιδί, και τώρα έρχεται. Δεν ξέρω τι να κάνω, πως θα τον αντικρίσω».

Ο γέρο Μάρκος είχε ένα συμπονετικό ύφος, ειλικρινώς αυτή την φορά.

«Και εγώ τι να κάνω»;

«Ήθελα να παραστείς εκεί».

«Δεν υπάρχει κανένας άλλος να είναι εκεί;»

«Δεν έχω άλλη οικογένεια Είμαστε μόνο οι τέσσερίς μας. Και σήμερα το βράδυ έρχεται».

«Σήμερα το βράδυ!; είπε με (φωναχτή) έκπληξη (και) γουρλώνοντας τα μάτια. Δεν ξέρω αν μπορώ να-»

Ο νέος τον διέκοψε.

«Σε παρακαλώ. Δεν ξέρω από ποιόν άλλο να το ζητήσω».

ο γέρο Μάρκος το σκέφτηκε και ταυτόχρονα δεν το σκέφτηκε. Κάπου μέσα του ένοιωσε να τον αγγίζει αυτό που θα αποφάσιζε, και άφησε δευτερόλεπτα να περάσουν για να μεστώσει αυτό που θα έκανε, να βαρύνει, και να πέσει στην γη σαν ένα τσαμπί.

Και όταν έπεσε, είπε ναι στο αγόρι, που πήρε μια ανάσα και έσπασε ένα ελαφρύ χαμόγελο, όπως βρίσκονταν και οι δύο αντικριστά στον απογευματινό ήλιο. Το αγόρι τον ευχαρίστησε και του είπε να βρεθούνε λίγο πιο κάτω, στην ταβέρνα, κατά τις οκτώ, και ύστερα έφυγε τρέχοντας τις σκάλες.

Ο γέρο Μάρκος έγειρε και τον κοίταξε μέσα από την καγκελόπορτα να φεύγει. Όλη η συζήτηση είχε γίνει με μια συστοιχία μετάλλου ανάμεσά τους. Αυτό που έφτιαχνε και εμπορεύονταν στο μαγαζί του, στην γειτονιά που έδειξε το παιδί.

Κοίταξε το ρολόι του, και είπε να συνέχιζε να δουλεύει στον κήπο μέχρι να έρθει η ώρα να ετοιμαστεί.


Ο ήλιος έγειρε πίσω από τα βουνά απέναντι αλλά δεν είχε νυχτώσει, και δεν θα νύχτωνε για κάμποσο ακόμα. Ο γέρο Μάρκος φόρεσε αυτά που είχε επιτρέψει στον εαυτό του να αποκαλεί καλά του και κατηφόρισε προς την ταβέρνα.

Εκεί τον περίμενε ο νεαρός και μαζί προχώρησαν μερικά τετράγωνα ώσπου πιο κάτω μπήκαν σε έναν παράδρομο, στρωμένο με τσιμέντο στο χέρι. Συνέχισαν να τον περπατάνε, και ο δρόμος, τους έβαλε σε έναν άλλο κόσμο - μια γειτονιά αποκομμένη, κι απ’ ότι συμπέραινε ο γέρο Μάρκος, ξεχασμένη από το χρόνο για τουλάχιστον μισό αιώνα.

Όπου και να κοιτούσε έβλεπε παλαιότητα και φθορά. Τσιμέντινα στενά δρομάκια και σκαλοπάτια που το τσιμέντο τους είχε σκάσει. Ρολά από λαμαρίνα και διχτυωτό σίδερο που κάποιος είχε ανοίξει τρύπα και σορός από σαβούρα, σακούλες, και σκουπίδια έρεαν από μέσα. Ξύλινες ταμπέλες που ίσα ξεχώριζες ότι κάποτε είχανε το όνομα του καταστήματος γραμμένο στο χέρι με πινέλο.

Ο γέρο Μάρκος αναρωτήθηκε ποιός θα μπορούσε να ζει εκεί, αλλά η γειτονία είχε σημάδια κατοίκισης.

Στρίψανε αριστερά και ξανά αριστερά και φτάσανε σε τσιμεντένια σκαλοπάτια, φρεσκαρισμένα με ασβέστη. Ο νέος χτύπησε την πόρτα με το χέρι του.

Την πόρτα άνοιξε μια γυναίκα γύρω στα σαράντα. Φόραγε ρούχα για μέσα στο σπίτι και ήτανε μάλλον απροετοίμαστη (για τον γέρο Μάρκο). Η γυναίκα αναγνώρισε αμέσως την φιγούρα του νεαρού και αφού περιεργάστηκε τον γέρο Μάρκο, επιφυλακτική, ξαναστράφηκε στον νέο.

«Χρήστο, ο κύριος;»

Ήτανε η πρώτη φορά που ο γέρο Μάρκος άκουγε το όνομα του νέου.

«Αυτός είναι ο Μάρκος, που σου είπα», είπε ο νέος προετοιμασμένος.

«Με συγχωρείτε κύριε, αλλά ο γιος μου νομίζει πράγματα, είπε η γυναίκα, με τόνο περιφρόνησης», αλλά ο νέος παρέμβησε αμέσως

«Τον θέλω να είναι παρών».

Η γυναίκα τους κοίταξε και τους δύο για λίγο και σαν να το πήρε απόφαση πως έτσι θα έπρεπε να γίνει. Οπότε έκανε χώρο και άνοιξε την πόρτα πλατιά.

«Περάστε».

Ο νέος κι ο γέρος μπήκανε μέσα κι η γυναίκα ζήτησε να την συγχωρέσουν για λίγο να φορέσει κάτι πιο κατάλληλο.

Ο γέρος πήρε τον χρόνο και κοίταξε γύρω τον χώρο. Το σπίτι ήτανε μάλλον σκοτεινό. Τα έπιπλα ήτανε όλα εποχής αλλά αρκετά καλοδιατηρημένα. Το πάτωμα ήτανε τυρκουάζ και λευκό με γεωμετρικά σχέδια περίκλεισης. Πόσα χρόνια είχε να δει τέτοιο σχέδιο σε μωσαϊκό;

Σε λίγο η γυναίκα ήτανε πάλι μαζί τους. Φορούσε ένα ανάλαφρο, γαλαζοπράσινο φόρεμα και έδειχνε ταυτόχρονα γοητευτική και αρχοντική. Πλησίασε τον γέρο και συστήθηκε.

«Χαίρετε. Είμαι η Πανδώρα».

«Γεια σας», είπε ο γέρος, με μισόκλειστα μάτια κι ένα τυπικό χαμόγελο που προστάζουν οι καλοί τρόποι.

«Θέλετε να καθίσετε»;

«Ναι».

Ο γέρος περίμενε την γυναίκα να καθίσει πρώτη, και δεν μπόρεσε να μην παρατηρήσει την φινέτσα της και την θηλυκότητα στις κινήσεις της. Ο νεαρός κάθισε στην άλλη άκρη του δωματίου, και κάνανε όλοι μαζί τρίγωνο.

Η γυναίκα ξεκίνησε (έκανε) να μιλήσει.

«Ξέρετε, σήμερα θα έρθει ο άντρας μου. Ο γιος μου έχει πολύ αγωνία γι’ αυτήν την επανάσμιξη. Λείπει πέντε χρόνια».

«Μου το είπε ο Χρήστος».

«Σας είπε και γιατί έλειπε»;

«Όχι».

«Ο άντρας μου έχει έναν σκοπό στην ζωή του από τότε που τον γνώρισα, ν’ αλλάξει τον κόσμο».

Η γυναίκα γέλασε ειρωνικά.

«Γι αυτό τον ερωτεύτηκα. Παντρευτήκαμε σχεδόν παιδιά. Δύο παιδιά ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Μου έλεγε πως ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει την διαφορά, πως μια ομάδα ανθρώπων μπορεί να αλλάξει τον κόσμο».

Ο τόνος της άλλαξε σε νοσταλγία.

«Πριν από έξι χρόνια ενώθηκε με μια ομάδα ανθρώπων που θα άλλαζε τα πράγματα στην Ελλάδα. Ήτανε πολύ ικανός στην πληροφορική και εισέβαλε σε συστήματα μεγάλων ελληνικών και πολυεθνικών εταιριών για να απελευθερώσει την αλήθεια. Για να ξεσκεπάσει τον βούρκο διαφθοράς και καταπίεσης, όπως έλεγε».

Η γυναίκα σταμάτησε κι έστρεψε το βλέμμα στο πάτωμα.

«Αλλά τον ανακαλύψανε».

Ο γέρο Μάρκος σκέφτηκε πως θα πρέπει να ήτανε δύσκολο να εξηγεί την προδοσία του άντρα της σ’ έναν ξένο και έκανε να την διευκολύνει.

«Ακούστε...»

Παρ’ όλο όμως την παύση της, η γυναίκα είχε δύναμη που ο γέρος δεν κατάλαβε, και εκείνη απλά τον έκοψε και συνέχισε, «Κάποιος από τους συντρόφους του τους είχε προδώσει. Τους άλλους τους πιάσανε, εκείνος γλύτωσε. Βρήκε τρόπο και έβγαλε πλαστό διαβατήριο. Μου τηλεφώνησε απλά για να μου πει πως διαφεύγει στο εξωτερικό. Δεν μπορούσε καν να μας δει. Δεν μπορούσε καν να μας πει με τι μέσο ή πότε θα φύγει. Ήξερε πως θα μας εξετάζανε. Και όντως η Ασφάλεια μας εξέτασε. Εμένα, τις κόρες μου, και τον Χρήστο, και αφού είδε ότι δεν ξέραμε τίποτα μας άφησε. Όλο αυτό τον καιρό επικοινωνούσε μαζί μας με γράμματα που δεν είχανε αποστολέα πάνω τους. Γράμματα που εμείς δεν μπορούσαμε να του απαντήσουμε».

Ο γέρος είχε καρφωθεί πάνω της και αποσπάστηκε μόνο όταν είδε τα μάτια της να πέφτουνε πάνω στο νέο που ήτανε και εκείνος καρφωμένος στη μάνα του.

Η γυναίκα έκανε μια παύση για μια σιωπηλή ανάσα, φάνηκε να χαλαρώνει, και κοίταξε τον γέρο ξανά.

«Μέχρι επροχτές».

«Τι έγινε προχτές;» ρώτησε ο γέρος.

«Χτες μου τηλεφώνησε ο άντρας μου και μου είπε πως είναι Ελλάδα —εδώ, Αθήνα— και θα επιστρέψει σπίτι».

«Δεν φοβάται μην τον πιάσουν»;

«Όσο ήτανε στο εξωτερικό γνώρισε ανθρώπους. Έκανε μια συμφωνία με τις αρχές εδώ να τους δώσει μεγαλύτερα ψάρια με αντάλλαγμα να τον αφήσουν ήσυχο».


Η γυναίκα τελείωσε απότομα την φράση της και κανείς από τους δύο δεν είχε να πει κάτι, και έτσι κάθισαν για λίγο στην σιωπή. Ο γέρος όμως αναρωτιόταν. Έγειρε μπροστά στα γόνατά του, όπως κάνει κάθε φορά που θέλει να προσεγγίσει κάτι ή κάποιον, κοίταξε την γυναίκα με γυρτό το λαιμό και πήρε τον λόγο με αργή, γλυκιά, σίγουρη φωνή.

«Τι ώρα τον περιμένετε»;

«Είπε κατά τις εννιά».

Ο γέρος κοίταξε το ρολόι του. Ήτανε σχεδόν εννιά, και πλέον καμία δύναμη δεν θα τον έκανε να φύγει.

«Θα τον περιμένουμε», είπε, αφήνοντας την ανάσα του μαζί.

Δεν χρειάστηκε όμως να περιμένουν γιατί η γυναίκα κοίταξε την αμμοβολισμένη πόρτα (τζάμι) και επιτόπου ακούστηκαν δύο χτυπήματα πάνω στο τζάμι.

Ο γέρος γύρισε και είδε κάτι πίσω από την πόρτα, που λογικά θα ήτανε ο άντρας.

Η γυναίκα κοίταξε τον νέο και ο νέος ήτανε καρφωμένος στην θέση του. Η γυναίκα σηκώθηκε και στάθηκε στην πόρτα, δίστασε, προετοιμάστηκε —δεν ήξερε και εκείνη τι— και προχώρησε μέχρι το σημείο που έμενε να αγγίξει την πόρτα. Σταμάτησε πάλι, κοίταξε πίσω, μια τον νέο και μια τον γέρο, και μετά κοίταξε μπροστά κι έπιασε το χερούλι.

Και η πόρτα άνοιξε.

Η φιγούρα καθάρισε κι έγινε περίγραμμα, και το περίγραμμα μίλησε στην γυναίκα.

«Γεια σου Πανδώρα».

Η γυναίκα παρέμεινε σε παύση και μετά του είπε και εκείνη:

«Γεια σου Άλκη».

«Να περάσω»;

Άλλη μια παύση. Θαρρείς πως η αναμονή που τον έβαζε σε κάθε τι που της έλεγε ήταν σαν χτυπήματα που του επέφερε.

Αλλά αυτή την φορά δεν είπε κάτι, άνοιξε κι άλλο την πόρτα, κούνησε το χέρι της και του έκανε συμβολικά χώρο.

Ο άντρας περπάτησε μέσα παίρνοντας υφή και υπόσταση από τις λάμπες του σπιτιού (ξεπλένοντας το λυκόφως από πάνω του).

Η γυναίκα ακολούθησε πίσω του, σαν να περιποιούνταν μια αόρατη μακριά μπέρτα που είχε ο άντρας της.

Ο γέρος σηκώθηκε και αντίκρισε τον άντρα. Ο άντρας έδειχνε την ηλικία του. Ήταν γύρω στα σαράντα, ταλαιπωρημένος, ίσως από τα ταξίδια και το κρύψιμο, αλλά δυνατός και στητός.

Ο άντρας έριξε μια γρήγορη ματιά στον γέρο και μετά έψαξε ανυπόμονα στον χώρο για τον νέο και αμέσως τον βρήκε απόμερα, εκεί που είχε καθίσει, όσο πιο μακριά γίνεται από την πόρτα.

«Γεια σου Χρήστο».

Ο νέος παρέμενε καθιστός με πλεγμένα τα χέρια, ακουμπισμένα στα πόδια, και το πρόσωπό του μισοσκότεινο μέσα στο φως του δωματίου, που είχε πια αλλάξει από την παρουσία του άντρα.

Ο άντρας γύρισε στον γέρο, παραξενεμένος, και ίσως και λίγο παρεξηγημένος.

«Ποιός είσαι ’συ»;

Η γυναίκα μπήκε μπροστά και παρενέβη

«Είναι ο Μάρκος. Είναι φίλος του Χρήστου».

«Και τι κάνει εδώ, αυτή την ώρα»;

«Εγώ του ζήτησα να έρθει», ο νέος τους διέκοψε, όρθιος πλέον.

«Γιατί;», είπε ο άντρας με βλοσυρό τόνο, «τι δουλειά έχει εδώ ένας ξένος;»

«Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;» του απάντησε ο νέος.

«Εγώ είμαι ο πατέρας σου».

«Και το θυμήθηκες τώρα;»

Ο άντρας σταμάτησε. Το πρόσωπό του έχασε τη δύναμή του. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί να πει κάποιος σ’ αυτό.

«Χρήστο...», είπε ο άντρας προσεγγιστικά, πηγαίνοντας μαζί να κάνει ένα βήμα προς εκείνον.

Ο γέρος, δίπλα στον άντρα, συσπάστηκε και συστάλθηκε για μια στιγμή, σαν να τον διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα.

Ο νέος, ακόμα στην άλλη άκρη του δωματίου, σήκωσε το χέρι του σαν τροχονόμος κι απαγόρευσε του άντρα να κουνηθεί. Άρχισε να κινείται εκείνος προς τον άντρα, μ’ αργά, κι αβέβαια βήματα. Δεν ήξερε που πάταγε αλλά ήθελε να βρει γη. Και την έβρισκε.

«Τι θέλεις;», ρώτησε ο νέος τον άντρα με αβέβαιο θυμό που δυνάμωνε, «τι θέλεις τώρα;!»

«Ήρθα για να σου ζητήσω συγνώμη».

Ο νέος σταμάτησε το περπάτημά του με το στόμα μισάνοιχτο. Το τεταμένο βλέμμα του έγιναν δύο γουρλωμένα μάτια που κοίταξαν στο άπειρο, και σταμάτησε τον βηματισμό του αφήνοντας μια απόσταση δύο, δυόμισι μέτρων μεταξύ τους. Ο γέρος [που έβλεπε την σκηνή από το πλάι] ξεροκατάπιε.

Ο άντρας συνέχισε:

«Φέρθηκα απερίσκεπτα. Έβαλα τον δικό μου ιδεαλιστικό σκοπό πάνω από την οικογένεια. Πάνω από ’σένα».

Αλλά οι λέξεις δεν έβγαιναν εύκολα από το στόμα του.

«Φέρθηκες πιο ώριμα από ’μένα, έγινες ο άντρας της οικογένειας Και έκανες εξαιρετική δουλειά Καλύτερη από ’μένα».

Ο νέος, δίχως να είναι πλήρως σίγουρος για το τι συνέβαινε, ξέσπασε ένα μικρό κομμάτι απ’ αυτό που κράταγε μέσα του, πριν προλάβει να το συγκρατήσει.

«Χρίστο, έμαθα από ’σένα. Αλλά είναι ώρα πλέον. Είναι ώρα να πάρω αυτό το φορτίο από πάνω σου».

Ο άντρας έκανε μια παύση για να σταθεροποιήσει την (τρεμάμενη) φωνή του.

«Ανήκει σ’ εμένα, όχι σ’ εσένα».

Ο νέος ανήγειρε τα μάτια του από το πάτωμα και κοίταξε τον άντρα μέσα από το βούρκωμά τους. Σταθερός στο έδαφός του, σφιγμένος, ακλόνητος, παντοδύναμος, όλ’ αυτά, γι ακριβώς τέσσερα δεύτερα, στα οποία κανείς στο σύμπαν δεν ξέρει τι έγινε. Αλλά έσπασε. Ένα νήμα έσπασε. Ένα νήμα σαν ναι, γιατί ένα όχι δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

Και δίχως να είναι σίγουρος αν αυτό ήταν όλα όσα ήθελε ν’ ακούσει ή όλα όσα έπρεπε να ακούσει, αλλά βέβαιος πως τίποτα δεν τον κράταγε πλέον (δέσμιο), χίμηξε κι αγκάλιασε τον πατέρα του.

Ακούστηκε ο ήχος των ρούχων που τσαλακώνονται όπως αποφεύγουν να τσαλακώθουν οι ψυχές, και κράτησαν ο ένας τον άλλο σφιχτά για ένα διάστημα απροσδιόριστο, που ήταν παραπάνω από μια στιγμή αλλά λιγότερο από μια αιωνιότητα, στο τέλος του οποίου, ο πατέρας φίλησε τον γιο του στο μέτωπο και του είπε:

«Μπράβο αγόρι μου».

Ο γέρος τα παρακολουθούσε όλ’ αυτά, αποσβολωμένος, σοκαρισμένος, με μισάνοιχτο το στόμα κι ακανόνιστη ανάσα.

Ο Χρίστος άφησε τον πατέρα του, χορτασμένος κι αποφορτισμένος. Πήρε μερικές ανάσες, και ήξερε. Κι οι δύο ήξεραν.

Γύρισαν και κοίταξαν τον γέρο, και η γυναίκα που είχε παραμείνει κομπάρσος, πλησίασε από πίσω.

Ο γέρος χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα για να αρχίσει να λειτουργεί ξανά το μυαλό του. (Και φάνηκε από το πως ξανάρχισε ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια του.) Δεν ήξερε τι ήθελαν απ’ αυτόν και πραγματικά δεν είχε κάτι να πει.

«Σ’ ευχαριστώ, του είπε ο νέος».

«Μα δεν έκανα κάτι».

«Ήσουν εδώ. Κι αυτό από μόνο του απαιτεί πολύ κουράγιο».

Ο γέρος ακόμα δεν φαινόταν να καταλαβαίνει.

Ο νέος έκανε ένα βήμα μπροστά, αφήνοντας τους γονείς του πίσω.

«Ο πατέρας μου είναι ο δικός σου πατέρας, που ακολούθησε τους δικούς του σκοπούς αφήνοντας την οικογένειά του πίσω. Το φορτίο μου είναι το δικό σου φορτίο, που αποφάσισες να πάρεις, στο τέλος του εμφυλίου.

»Εσύ κι εγώ είμαστε ένα. Είμαι η στιγμή που αποφασίστηκε η πορεία σου, και για μισό αιώνα προσπάθησες να με ξεχάσεις. Μου πήρε όλο αυτό τον καιρό για να σε βρω. Έπρεπε να προσπεράσω όλα τα εμπόδια που έβαλες στο δρόμο μου, και έπρεπε να φτάσει σήμερα για να με αφήσεις τελικά να έρθω στο κατώφλι σου και να σε προσκαλέσω να το δεις αυτό. Τη δική σου απελευθέρωση».

Αυτή ήτανε η τελευταία σταγόνα στο ποτήρι της συνειδητότητας, κι ο Μάρκος επιτέλους κατάλαβε. Και όπως και σε κάθε άνθρωπο όταν του σώνεται ο χρόνος, του δόθηκε η επιλογή να σταματήσει να αποφεύγει αυτό που ήταν από την αρχή μπροστά του, και να αφήσει τον εαυτό του να νοιώσει.

Και ένοιωσε πως όλα είχαν νικηθεί, όλα είχαν λυθεί, όλα είχαν βιωθεί, και οι ερωτήσεις είχαν τελειώσει. Είδε ποιά ήταν η μόνη επιλογή που ήθελε. Κι έτσι έφτασε το χέρι που τον περίμενε.

Θαρραλέοι είν’ εκείνοι που επιτρέπουν στην αλήθεια να τους λυτρώσει.